to glance
glance
glɑ:ns
glaans
glace

Ορισμός και σημασία του "glance"στα αγγλικά

to glance
01

ρίχνω μια ματιά, κοιτάζω γρήγορα

to briefly look at someone or something 
Intransitive: to glance somewhere
to glance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glance
γ΄ ενικό πρόσωπο
glances
ενεστώτα μετοχή
glancing
απλός αόριστος
glanced
παθητική μετοχή
glanced
Παραδείγματα
I often glance at the clock during meetings to check the time. 

Συχνά ρίχνω μια ματιά στο ρολόι κατά τη διάρκεια συναντήσεων για να ελέγξω την ώρα.

01

ματιά, γρήγορη ματιά

a brief look at someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glances
Παραδείγματα
She stole a glance at the clock during class. 

Εκείνη έριξε μια ματιά στο ρολόι κατά τη διάρκεια του μαθήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store