Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give forth
01
εκπέμπω, αποδίδω
to release or produce something, like smoke, sounds, or aromas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
forth
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give forth
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives forth
ενεστώτα μετοχή
giving forth
απλός αόριστος
gave forth
παθητική μετοχή
given forth
Παραδείγματα
The volcano gave forth molten lava during the eruption.
Το ηφαίστειο απέδωσε λιωμένη λάβα κατά τη διάρκεια της έκρηξης.
02
εκφράζω, γνωστοποιώ
to express or make known through speaking or writing
Παραδείγματα
The poet gave forth beautiful verses in her latest collection.
Ο ποιητής έδωσε όμορφους στίχους στην τελευταία του συλλογή.



























