Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give forth
[phrase form: give]
01
εκπέμπω, αποδίδω
to release or produce something, like smoke, sounds, or aromas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
forth
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give forth
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives forth
ενεστώτα μετοχή
giving forth
απλός αόριστος
gave forth
παθητική μετοχή
given forth
Παραδείγματα
The violin gave forth a beautiful melody.
Το βιολί απέδωσε μια όμορφη μελωδία.
02
εκφράζω, γνωστοποιώ
to express or make known through speaking or writing
Παραδείγματα
The priest gave forth a sermon on forgiveness and compassion.
Ο ιερέας έδωσε ένα κήρυγμα για τη συγχώρεση και τη συμπόνια.



























