git
git
gɪt
git
gibit

Ορισμός και σημασία του "git"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a foolish, contemptible, or annoying person 
Dialectbritish flagBritish
git definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gits
Παραδείγματα
You stupid git, you've gone and spilled coffee on my laptop. 

Git ηλίθιος, πήγες και χύθηκες καφέ στο λάπτοπ μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store