Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Girth
01
ζωνάρι, ταινία
a strap or band that goes around the horse's belly to secure the saddle in place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
girths
Παραδείγματα
She cleaned and maintained the girth regularly to ensure it remained in good condition.
Καθάριζε και συντηρούσε τακτικά τη ζώνη για να διασφαλίσει ότι παρέμενε σε καλή κατάσταση.
02
περίμετρος, μέση
the distance around a person's body
to girth
01
δένω μια ζώνη γύρω, συνδέω με μια ζώνη
tie a cinch around
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
girth
γ΄ ενικό πρόσωπο
girths
ενεστώτα μετοχή
girthing
απλός αόριστος
girthed
παθητική μετοχή
girthed



























