Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Giro
01
τραπεζική μεταφορά, ταχυδρομική μεταφορά
a British banking system in which funds are transferred from one account to another upon authorization, often via bank or post office
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
giros
Παραδείγματα
He paid his rent using the giro system.
Πλήρωσε το ενοίκιό του χρησιμοποιώντας το σύστημα giro.
02
κρατικό τσέκ, ταχυδρομική επιταγή
a government-issued check for unemployment or welfare benefits, redeemable at a bank or post office
Dialect
British
Παραδείγματα
He collected the giro at the local branch.
Συγκέντρωσε το giro στο τοπικό υποκατάστημα.
Λεξικό Δέντρο
autogiro
giro



























