gingery
gin
ˈʤɪn
τζιν
ge
ʤɜ
τζερ
ry
ri
ρι
/d‍ʒˈɪnd‍ʒəɹi/

Ορισμός και σημασία του "gingery"στα αγγλικά

01

καστανοκόκκινο, τζίντζερ

(used especially of hair or fur) being reddish-brown in color
gingery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gingeriest
συγκριτικός βαθμός
gingerier
διαβαθμίσιμο
02

τζιντζερένιος, με γεύση τζίντζερ

tasting like ginger
gingery definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store