Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gimlet
01
ένα χειροκίνητο εργαλείο που αποτελείται από έναν κυλινδρικό άξονα με μια μυτερή άκρη και μια λαβή, ένα τρυπάνι
a hand tool consisting of a cylindrical shaft with a pointed end and a handle, typically used for drilling small holes in wood or for opening bottles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gimlets
02
ένα gimlet, ένα κοκτέιλ gimlet
a classic cocktail made with gin and lime juice, sometimes sweetened with simple syrup



























