gilt
gilt
gɪlt
gilt
guiltgilet

Ορισμός και σημασία του "gilt"στα αγγλικά

01

χρυσόχρωμος, λαμπερός

shimmering with a gold-like hue, often sparkly or metallic in appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gilt
συγκριτικός βαθμός
more gilt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dress was woven with glit threads, giving it a radiant, golden shine. 

Το φόρεμα ήταν υφασμένο με χρυσά νήματα, δίνοντάς του μια ακτινοβόλα, χρυσή λάμψη.

01

επίχρυσος, επίστρωση χρυσού ή κάτι που μοιάζει με χρυσό

a coating of gold or of something that looks like gold 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gilts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store