Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abseiler
01
αποσυρμένος με σχοινί, αλπινιστής κατάβασης
a person who descends down a nearly vertical face by using a doubled rope that is wrapped around the body and attached to some high point
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abseilers
Λεξικό Δέντρο
abseiler
abseil



























