gilding
gil
ˈgɪl
γκιλ
ding
dɪng
ντινγκ
glidinggelding

Ορισμός και σημασία του "gilding"στα αγγλικά

01

επιχρύσωση, τέχνη της επιχρύσωσης

the art of applying a thin layer of gold or silver to a surface to decorate and protect it 
gilding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gildings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gilding
gild
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store