to giggle
gi
ˈgɪ
gi
ggle
gəl
gēl
gagglegugglegoggle

Ορισμός και σημασία του "giggle"στα αγγλικά

to giggle
01

χαχανίζω, γελώ

to laugh in a light, silly, or often uncontrollable way as a result of nervousness or embarrassment 
Intransitive
to giggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
giggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
giggles
ενεστώτα μετοχή
giggling
απλός αόριστος
giggled
παθητική μετοχή
giggled
Παραδείγματα
The schoolgirls couldn't help but giggle when their teacher told a funny story. 

Οι μαθήτριες δεν μπορούσαν να σταματήσουν να γελούν χαχανητά όταν ο δάσκαλός τους είπε μια αστεία ιστορία.

01

γελάκι, νευρικό γέλιο

a light, often silly or nervous laugh 
giggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
giggles
Παραδείγματα
She couldn't stop a nervous giggle during the speech. 

Δεν μπορούσε να σταματήσει ένα νευρικό γελάκι κατά τη διάρκεια της ομιλίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

giggler
giggle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store