antacid
an
æn
ān
ta
ˈtæ
cid
sɪd
sid
antiacid

Ορισμός και σημασία του "antacid"στα αγγλικά

01

αντιόξινο, ουδέτερο οξέος

a medication that reduces or neutralizes the acidity of the body, particularly the stomach 
antacid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antacids
Παραδείγματα
He took an antacid to ease his heartburn after dinner. 

Πήρε ένα αντιόξινο για να ανακουφίσει το καούραμα μετά το δείπνο.

01

αντιόξινο, ουδετεροποιητικό οξέος

acting to neutralize acid (especially in the stomach) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store