ghost word
ghost
gəʊst
gewst
word
wɜ:d
vēd

Ορισμός και σημασία του "ghost word"στα αγγλικά

01

φανταστική λέξη, λανθασμένη λέξη

a non-existent or erroneous word that has been mistakenly created and entered into a dictionary or other linguistic sources 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ghost words
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store