ghee
ghee
gi:
γκι
devibriefleaflee

Ορισμός και σημασία του "ghee"στα αγγλικά

01

καθαρό βούτυρο, ghee

an aromatic and rich form of clarified butter widely used in Indian cuisine 
ghee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ghees
Παραδείγματα
I spread a layer of fragrant ghee on my toast, enjoying its smooth texture and delightful richness. 

Άπλωσα ένα στρώμα αρωματικού ghee στο τοστ μου, απολαμβάνοντας την ομαλή υφή και την απολαυστική πλούσια γεύση του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store