Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get together
01
συναντιόμαστε, συγκεντρώνομαι
to meet up with someone in order to cooperate or socialize
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get together
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets together
ενεστώτα μετοχή
getting together
απλός αόριστος
got together
παθητική μετοχή
gotten together
Παραδείγματα
We should get together to discuss the project's details.
Πρέπει να συναντηθούμε για να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του έργου.
02
εντάσσομαι, γίνομαι μέλος
to join or become a member of a group or organization
Intransitive: to get together with a group or organization
Παραδείγματα
He decided to get together with the local club for birdwatching.
Αποφάσισε να ενταχθεί στον τοπικό σύλλογο παρατήρησης πτηνών.
03
σμίγουν, αρχίζουν να βγαίνουν
to begin a romantic relationship or start dating someone
Intransitive
Παραδείγματα
They finally got together after years of being just friends.
Επιτέλους έφτασαν μαζί μετά από χρόνια φιλίας.
04
συγκεντρώνομαι, συνεργάζομαι
to collaborate or work collectively on a shared project or task
Intransitive
Παραδείγματα
They got together to plan a surprise birthday party for their friend.
Συγκεντρώθηκαν για να οργανώσουν ένα πάρτι εκπλήξεων για τα γενέθλια του φίλου τους.
05
συγκεντρώνω, μαζεύω
to gather people or things together
Transitive: to get together a group of people or things
Παραδείγματα
We should get all the necessary materials together for the presentation.
Πρέπει να συγκεντρώσουμε όλα τα απαραίτητα υλικά για την παρουσίαση.
Get together
01
ανεπίσημη συνάντηση, μικρή κοινωνική συγκέντρωση
a small, informal social gathering of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
get togethers
Παραδείγματα
We had a get together at her apartment on Friday night.
Είχαμε μια συνάντηση στο διαμέρισμά της την Παρασκευή το βράδυ.



























