Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get behind
01
υστερώ, καθυστερώ
to not succeed in doing something within the expected or required time limit
Intransitive: to get behind | to get behind on a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
behind
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get behind
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets behind
ενεστώτα μετοχή
getting behind
απλός αόριστος
got behind
παθητική μετοχή
gotten behind
Παραδείγματα
When a team member got behind on tasks, the rest of the group had to help catch up.
Όταν ένα μέλος της ομάδας έμεινε πίσω στις εργασίες, οι υπόλοιποι της ομάδας έπρεπε να βοηθήσουν να καλύψουν την υστέρηση.
02
υποστηρίζω, στηρίζω
to support or endorse a person, cause, or idea
Transitive: to get behind sb/sth
Παραδείγματα
The community decided to get behind the local charity's fundraising campaign.
Η κοινότητα αποφάσισε να υποστηρίξει την εκστρατεία συγκέντρωσης κεφαλαίων του τοπικού φιλανθρωπικού οργανισμού.



























