to get away
get
gɛt
get
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei
getaway

Ορισμός και σημασία του "get away"στα αγγλικά

to get away
01

ξεφεύγω, δραπετεύω

to escape from someone or somewhere 
to get away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get away
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets away
ενεστώτα μετοχή
getting away
απλός αόριστος
got away
παθητική μετοχή
gotten away
Παραδείγματα
The thief tried to get away, but the police quickly caught him. 

Ο κλέφτης προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά η αστυνομία τον συνέλαβε γρήγορα.

02

φεύγω, δραπετεύω

to go on vacation away from home 
to get away definition and meaning
Παραδείγματα
We decided to get away for the weekend and visit the beach. 

Αποφασίσαμε να φύγουμε για το σαββατοκύριακο και να επισκεφθούμε την παραλία.

03

απομακρύνομαι, φεύγω

to physically distance oneself from a place or person 
Παραδείγματα
He tried to get away from the crowd at the busy shopping mall. 

Προσπάθησε να απομακρυνθεί από το πλήθος στο πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο.

01

Μα δεν γίνεται!, Φύγε!

used as an interjection conveys a sense of shock, disbelief, or amazement 
get away definition and meaning
Παραδείγματα
You're telling me you won the lottery? Get away! 

Μου λες ότι κέρδισες το λόττο; Φύγε!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store