Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get around to
01
βρίσκω επιτέλους το χρόνο να, αποφασίζω να
to finally find the time, motivation, or opportunity to do something that has been postponed or delayed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get around to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets around to
ενεστώτα μετοχή
getting around to
απλός αόριστος
got around to
παθητική μετοχή
gotten around to
Παραδείγματα
They finally got around to responding to those emails.
Επιτέλους βρήκαν το χρόνο να απαντήσουν σε αυτά τα email.



























