Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gesso
01
τζέσο, αστάρι
a primer used to prepare surfaces, particularly canvas, for painting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τζέσο, αστάρι