gerontology
Pronunciation
/ˌdʒɛɹənˈtɑɫədʒi/

Ορισμός και σημασία του "gerontology"στα αγγλικά

01

γεροντολογία, μελέτη της γήρανσης

the scientific study of aging and the problems of older people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Gerontology includes studying social, psychological, and biological aspects of aging.
Η γεροντολογία περιλαμβάνει τη μελέτη των κοινωνικών, ψυχολογικών και βιολογικών πτυχών της γήρανσης.

Λεξικό Δέντρο

gerontologist
gerontology
geronto
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store