Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gerontologist
01
γηροντόλογος, ειδικός στη γηροντλογία
a professional who specializes in the study of aging, focusing on the physical, mental, and social aspects of older adults
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gerontologists
Παραδείγματα
The gerontologist studies and understands the aging process in older adults.
Ο γεροντολόγος μελετά και κατανοεί τη διαδικασία γήρανσης σε ηλικιωμένους ενήλικες.
Λεξικό Δέντρο
gerontologist
gerontology
geronto



























