geriatrics
ge
ˌʤɛ
je
riat
ˈriæt
riāt
rics
rɪks
riks
pediatricsphysiatrics

Ορισμός και σημασία του "geriatrics"στα αγγλικά

01

γηροντίατρική, γεροντολογία

the branch of medicine that focuses on the healthcare of elderly people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She decided to pursue a career in geriatrics because of her passion for working with older adults. 

Αποφάσισε να ακολουθήσει καριέρα στην γηριατρική λόγω του πάθους της για εργασία με ηλικιωμένους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

geriatrics
geriatr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store