geology
geo
ˈʤiɒ
jio
lo
gy
ʤi
ji
ecologyurologyapologybiology

Ορισμός και σημασία του "geology"στα αγγλικά

01

γεωλογία, επιστήμη της Γης

a field of science that studies the structure of the earth and its history 
geology definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Geology explains why mountain ranges exist and how they formed over millions of years. 

Η γεωλογία εξηγεί γιατί υπάρχουν οροσειρές και πώς σχηματίστηκαν εδώ και εκατομμύρια χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

geologic
geologist
geology
geo
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store