geographical
geog
ˌʤi:əg
τζιαγκ
ra
ραι
phi
φι
cal
kəl
καλ
biographicaltypographicalcalligraphicalstenographical

Ορισμός και σημασία του "geographical"στα αγγλικά

geographical
01

γεωγραφικός, σχετικός με τη γεωγραφία

related to the study or characteristics of the Earth's surface, including its features, landscapes, and locations 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, science, location
Παραδείγματα
Geographical maps provide visual representations of landforms, bodies of water, and human settlements. 

Οι γεωγραφικοί χάρτες παρέχουν οπτικές αναπαραστάσεις των εδαφικών σχημάτων, των υδάτινων μαζών και των ανθρώπινων οικισμών.

02

γεωγραφικός

determined by geography 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

geographically
geographical
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store