geographer
geog
ˈʤiɒg
τζιογκ
ra
ρα
pher
φα
biographerdemographerpornographerchoreographer

Ορισμός και σημασία του "geographer"στα αγγλικά

01

γεωγράφος, ειδικός γεωγραφίας

a person who studies the Earth's landscapes, climates, populations, and their relationships to human activities and the environment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
geographers
Παραδείγματα
The geographer used satellite images and GIS technology to map the changes in land use over the past decade. 

Ο γεωγράφος χρησιμοποίησε δορυφορικές εικόνες και τεχνολογία GIS για να χαρτογραφήσει τις αλλαγές στη χρήση γης κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store