abscess
ab
ˈæb
āb
scess
sɛs
ses
obsess

Ορισμός και σημασία του "abscess"στα αγγλικά

01

απόστημα, κύστη πύου

an aching cyst of pus in the tissues of the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abscesses
Παραδείγματα
The abscess on the skin became increasingly painful and swollen, necessitating immediate medical attention. 

Ο απόστημα στο δέρμα έγινε όλο και πιο επώδυνος και πρησμένος, απαιτώντας άμεση ιατρική προσοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store