abscess
Pronunciation
/ˈæbˌsɛs/

Ορισμός και σημασία του "abscess"στα αγγλικά

01

απόστημα, κύστη πύου

an aching cyst of pus in the tissues of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abscesses
Παραδείγματα
She developed an abscess on her finger after a deep cut became infected.
Ανέπτυξε απόστημα στο δάχτυλό της αφού μια βαθιά τομή μολύνθηκε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store