animal
a
ˈæ
ā
ni
ni
mal
məl
mēl

Ορισμός και σημασία του "animal"στα αγγλικά

01

ζώο, κτήνος

a living thing, like a cat or a dog, that can move and needs food to stay alive, but not a plant or a human 
animal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
animals
Παραδείγματα
Birds are animals that can fly and build nests in trees. 

Τα πουλιά είναι ζώα που μπορούν να πετάξουν και να χτίσουν φωλιές στα δέντρα.

01

ζωώδης, κτηνώδης

marked by the appetites and passions of the body 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most animal
συγκριτικός βαθμός
more animal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, instinct, nature

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

animalism
animal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store