genealogist
ge
ˌʤi:
ji
nea
ˈniæ
niā
lo
gist
ʤɪst
jist

Ορισμός και σημασία του "genealogist"στα αγγλικά

01

γενεαλόγος, ειδικός γενεαλογίας

an expert who studies and researches a person's ancestors and the history of their family 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
genealogists
Παραδείγματα
A genealogist helped me trace my family tree back several generations, uncovering fascinating stories about my ancestors. 

Ένας γενεαλόγος με βοήθησε να ανακαλύψω το οικογενειακό μου δέντρο για πολλές γενιές, αποκαλύπτοντας συναρπαστικές ιστορίες για τους προγόνους μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

genealogist
genealogy
genea
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store