gelding
Pronunciation
/ɡˈɛldɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "gelding"στα αγγλικά

01

ευνούχος ίππος, ευνουχισμένο άλογο

a male equine, especially a horse, with its sex organs removed
gelding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geldings

Λεξικό Δέντρο

gelding
geld
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store