Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gather up
01
συλλέγω, μαζεύω
to collect various things or people that are spread out for a specific purpose
Transitive: to gather up sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
gather
ενεστώτας
gather up
γ΄ ενικό πρόσωπο
gathers up
ενεστώτα μετοχή
gathering up
απλός αόριστος
gathered up
παθητική μετοχή
gathered up
Παραδείγματα
She gathered them up and put them in the box.
Τα συνέλεξε και τα έβαλε στο κουτί.
02
συγκεντρώνω, πτυχώνω
to bunch fabric in a particular place
Transitive: to gather up fabric
Παραδείγματα
She gathered up the hem of her petticoat to give it a more stylish and vintage look.
Σύγκεντρωσε το χείλος της ποδιάς της για να της δώσει ένα πιο στυλάτο και βιντεζ look.



























