gasoline pump
ga
ˈgæ
so
line
li:n
lin
pump
pʌmp
pamp

Ορισμός και σημασία του "gasoline pump"στα αγγλικά

01

αντλία βενζίνης, διανομέας βενζίνης

a device at gas stations used to dispense gasoline into vehicles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gasoline pumps
Παραδείγματα
He pulled up to the gasoline pump to fill up his tank. 

Παρκάρει στη αντλία βενζίνης για να γεμίσει τη δεξαμενή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store