gas pedal
gas
gæs
gās
pe
pe
dal
dəl
dēl

Ορισμός και σημασία του "gas pedal"στα αγγλικά

01

πεντάλ γκαζιού, επιταχυντήρας

the pedal that one uses to control the speed of a car, truck, etc. when it is moving 
gas pedal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gas pedals
Παραδείγματα
He pressed the gas pedal to speed up on the highway. 

Πίεσε το πεντάλ γκαζιού για να επιταχύνει στην εθνική οδό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store