gas lamp
Pronunciation
/ɡˈæs lˈæmp/
gaslamp

Ορισμός και σημασία του "gas lamp"στα αγγλικά

01

γαζολάμπα, φανάρι αερίου

a type of lamp that uses gas as its fuel to produce light
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gas lamps
Παραδείγματα
She has been collecting vintage gas lamps for years.
Συλλέγει λαμπτήρες αερίου βινταζ εδώ και χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store