Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gas helmet
01
μάσκα αερίων, κράνος αερίων
a protective mask with a filter; protects the face and lungs against poisonous gases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gas helmets



























