garrison
ga
ˈgæ
rri
ri
son
sən
sēn

Ορισμός και σημασία του "garrison"στα αγγλικά

01

φρουρά, οχυρό

a military stronghold where soldiers are stationed for defense 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garrisons
Παραδείγματα
The castle served as a garrison for the king's soldiers. 

Το κάστρο χρησίμευε ως φρουρά για τους στρατιώτες του βασιλιά.

02

φρουρά, στρατιωτική φρουρά

the body of troops assigned to guard a fortified place 
Παραδείγματα
The garrison held the city against enemy forces. 

Η φρουρά κράτησε την πόλη ενάντια στις εχθρικές δυνάμεις.

to garrison
01

φρουρώ, τοποθετώ στρατιώτες

to place soldiers in a specific location in order to defend a particulate place 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garrison
γ΄ ενικό πρόσωπο
garrisons
ενεστώτα μετοχή
garrisoning
απλός αόριστος
garrisoned
παθητική μετοχή
garrisoned
Παραδείγματα
By the time the reinforcements arrived, the city had already been garrisoned. 

Μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις, η πόλη είχε ήδη φρουρηθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store