Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Garrison
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garrisons
Παραδείγματα
The castle served as a garrison for the king's soldiers.
Το κάστρο χρησίμευε ως φρουρά για τους στρατιώτες του βασιλιά.
02
φρουρά, στρατιωτική φρουρά
the body of troops assigned to guard a fortified place
Παραδείγματα
The garrison held the city against enemy forces.
Η φρουρά κράτησε την πόλη ενάντια στις εχθρικές δυνάμεις.
to garrison
01
φρουρώ, τοποθετώ στρατιώτες
to place soldiers in a specific location in order to defend a particulate place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garrison
γ΄ ενικό πρόσωπο
garrisons
ενεστώτα μετοχή
garrisoning
απλός αόριστος
garrisoned
παθητική μετοχή
garrisoned
Παραδείγματα
By the time the reinforcements arrived, the city had already been garrisoned.
Μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις, η πόλη είχε ήδη φρουρηθεί.



























