Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Garden cart
01
καροτσάκι κήπου, χειραμάξι
a cart for carrying small loads; has handles and one or more wheels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garden carts



























