Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Garden
01
κήπος, πάρκο
a piece of land where flowers, trees, and other plants are grown
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gardens
Παραδείγματα
He often invites friends over for outdoor gatherings in his garden.
Συχνά προσκαλεί φίλους σε συναντήσεις υπαίθρου στον κήπο του.
02
κήπος, κηπευτό
the land that is joined to our house and we can grow plants there
Dialect
British
Παραδείγματα
I like to take walks in the garden to admire the plants and listen to the birds.
Μου αρέσει να κάνω βόλτες στον κήπο για να θαυμάζω τα φυτά και να ακούω τα πουλιά.
03
κήπος, κηπευτικό
the flowers or vegetables or fruits or herbs that are cultivated in a garden
to garden
01
κηπεύω, καλλιεργώ φυτά
to cultivate and nurture plants in an outdoor space, either as a job or hobby
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garden
γ΄ ενικό πρόσωπο
gardens
ενεστώτα μετοχή
gardening
απλός αόριστος
gardened
παθητική μετοχή
gardened
Παραδείγματα
She gardens in her backyard, growing vegetables and flowers for her family.
Εκείνη κηπεύει στην πίσω αυλή της, καλλιεργώντας λαχανικά και λουλούδια για την οικογένειά της.
garden
01
συνηθισμένος, οικείος
the usual or familiar type
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most garden
συγκριτικός βαθμός
more garden
διαβαθμίσιμο



























