Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to garble
01
παραποιώ, μπερδεύω
to mix up, distort, or confuse information, typically in a way that makes it difficult to understand or use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garble
γ΄ ενικό πρόσωπο
garbles
ενεστώτα μετοχή
garbling
απλός αόριστος
garbled
παθητική μετοχή
garbled
Παραδείγματα
The old recording was garbled, with parts of the conversation completely unintelligible.
Η παλιά ηχογράφηση ήταν ακατάληπτη, με μέρη της συζήτησης εντελώς ακατανόητα.
Λεξικό Δέντρο
garbled
garble



























