Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gangway
01
διάδρομος, προσπέλαση
a passage between rows of seats in an auditorium, aircraft, etc.
Dialect
British
02
προσωρινή διάβαση, σανίδα διέλευσης
a temporary passageway of planks (as over mud on a building site)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gangways
03
καρφίτσα, προσωρινή γέφυρα
a temporary bridge for getting on and off a vessel at dockside
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gangway
gang
way



























