gangly
Pronunciation
/ˈɡæŋɫi/

Ορισμός και σημασία του "gangly"στα αγγλικά

01

ψηλός και αδέξιος, λεπτός και αμήχανος

tall, thin, and awkward in appearance or movement
gangly definition and meaning
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gangliest
συγκριτικός βαθμός
ganglier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt self-conscious about her gangly frame, especially when surrounded by petite friends.
Αισθανόταν ανασφάλεια για το ψηλό και αδέξιο σώμα της, ειδικά όταν περιβαλλόταν από μικροσκοπικές φίλες.
02

ψηλός και λεπτός, αδέξιος

(of a plant) tall and thin and lacking fullness or density
Παραδείγματα
The gangly sapling swayed in the wind, too thin to look sturdy.
Το ψηλό και λεπτό δενδρύλλιο ταλαντευόταν στον άνεμο, πολύ λεπτό για να φαίνεται σταθερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store