Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gangly
01
ψηλός και αδέξιος, λεπτός και αμήχανος
tall, thin, and awkward in appearance or movement
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gangliest
συγκριτικός βαθμός
ganglier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
As a teenager, he was tall and gangly, with arms and legs that seemed too long for his body.
Ως έφηβος, ήταν ψηλός και αδέξιος, με χέρια και πόδια που φαίνονταν πολύ μακριά για το σώμα του.
02
ψηλός και λεπτός, αδέξιος
(of a plant) tall and thin and lacking fullness or density
Παραδείγματα
The gangly sunflower leaned toward the light.
Ο ψηλός και λεπτός ηλίαντος κλίθηκε προς το φως.



























