Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gamp
01
ομπρέλα, αντιηλιακή
colloquial terms for an umbrella
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gamps
LanGeek



























