Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Game bird
01
θηρευτικό πτηνό, παιχνιδοπούλι
a bird that is hunted by people either for sport or food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
game birds



























