Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gallop
01
καλπάζω
(of a horse, etc.) to ride as fast as possible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gallop
γ΄ ενικό πρόσωπο
gallops
ενεστώτα μετοχή
galloping
απλός αόριστος
galloped
παθητική μετοχή
galloped
02
καλπάζω πνευματικά, καλπάζω ηθικά
reformed spiritually or morally
03
καλπάζω, πηγαίνω με καλπασμό
go at galloping speed
04
καλπάζω, κάνω να καλπάσει
cause to move at full gallop
Gallop
01
καλπασμός
the fast-paced movement of a horse; a two-beat stride
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gallops



























