to gallop
ga
ˈgæ
llop
ləp
lēp
gallup

Ορισμός και σημασία του "gallop"στα αγγλικά

to gallop
01

καλπάζω

(of a horse, etc.) to ride as fast as possible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gallop
γ΄ ενικό πρόσωπο
gallops
ενεστώτα μετοχή
galloping
απλός αόριστος
galloped
παθητική μετοχή
galloped
02

καλπάζω πνευματικά, καλπάζω ηθικά

reformed spiritually or morally 
03

καλπάζω, πηγαίνω με καλπασμό

go at galloping speed 
04

καλπάζω, κάνω να καλπάσει

cause to move at full gallop 
01

καλπασμός

the fast-paced movement of a horse; a two-beat stride 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gallops
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store