gallic
ga
ˈgæ
llic
lɪk
lik
garlic

Ορισμός και σημασία του "gallic"στα αγγλικά

01

γαλλικός, γαλλικός

of or pertaining to France or the people of France 
gallic definition and meaning
02

γαλλικός, σχετικός με τη Γαλατία ή τους Γαλάτες

of or pertaining to Gaul or the Gauls 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, history, culture

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store