Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gallant
01
ντάντι, κομψός
a man who takes great care in his appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gallants
Παραδείγματα
The gallant spent hours selecting his outfit for the gala.
Ο γαλαντόμος πέρασε ώρες επιλέγοντας τη στολή του για τη γκαλά.
02
κυρίαρχος, ιππότης
a man who accompanies or escorts a woman, often with courteous or chivalrous behavior
Παραδείγματα
The gallant offered his arm to escort her to the carriage.
Ο ευγενής κύριος προσέφερε το χέρι του για να τη συνοδεύσει στην άμαξα.
gallant
01
γενναίος, θαρραλέος
showing courage and determination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gallant
συγκριτικός βαθμός
more gallant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gallant soldier charged forward despite the enemy fire.
Ο γενναίος στρατιώτης επιτέθηκε προς τα εμπρός παρά το εχθρικό πυρ.
02
γαλαντός, ιπποτικός
(of a man or his manners) behaving with courtesy and politeness toward women
Παραδείγματα
He held the door open for her with a gallant gesture, showing respect for her.
Κράτησε την πόρτα ανοιχτή γι' αυτήν με μια γαλαντή χειρονομία, δείχνοντας σεβασμό γι' αυτήν.
03
γενναίος, θαρραλέος
lively, spirited, and full of energy or enthusiasm
Παραδείγματα
The horse pranced in a gallant display during the parade.
Το άλογο χόρευε σε μια γενναία επίδειξη κατά τη διάρκεια της παρέλασης.
to gallant
01
ερωτοτροπώ, κουρτίζω
to show romantic attention to a woman
παρωχημένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gallant
γ΄ ενικό πρόσωπο
gallants
ενεστώτα μετοχή
gallanting
απλός αόριστος
gallanted
παθητική μετοχή
gallanted
Παραδείγματα
He gallanted the young lady at the party with compliments and dancing.
Αυτός ερωτοτροπούσε τη νεαρή κυρία στο πάρτι με κομπλιμέντα και χορό.
Λεξικό Δέντρο
gallantry
gallant



























