gaelic
gae
ˈgeɪ
γκει
lic
lɪk
λικ
/ɡˈeɪlɪk/

Ορισμός και σημασία του "Gaelic"στα αγγλικά

01

γαελικός, κελτικός

relating to or characteristic of the Celts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

Γαελικά, Γαελική γλώσσα

any of the Celtic languages spoken in Ireland, Scotland, or the Isle of Man
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Gaelics
Παραδείγματα
Learning Gaelic helped him better understand the history of his family ’s homeland.
Η εκμάθηση της γαελικάς τον βοήθησε να κατανοήσει καλύτερα την ιστορία της πατρίδας της οικογένειάς του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store