Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gab
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
to chat casually for an extended period, often in a lively manner
Intransitive: to gab about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gab
γ΄ ενικό πρόσωπο
gabs
ενεστώτα μετοχή
gabbing
απλός αόριστος
gabbed
παθητική μετοχή
gabbed
Παραδείγματα
After not seeing each other for years, they sat on the porch and gossiped, eager to gab about their lives.
Μετά από χρόνια που δεν είχαν δει ο ένας τον άλλον, κάθισαν στο πάγκου και κουτσομπόλευσαν, ανυπόμονοι να κουβεντιάσουν για τις ζωές τους.
Gab
01
κουβέντα, φλυαρία
informal talk or chat, often light and social in nature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gabs
Παραδείγματα
We spent the afternoon having a friendly gab over coffee.
Περάσαμε το απόγευμα με μια φιλική κουβέντα πίνοντας καφέ.



























