Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anglicism
01
αγγλισμός, λέξη ή φράση που είναι ειδική ή χαρακτηριστική της βρετανικής αγγλικής
a word or phrase that is specific to or characteristic of British English
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anglicisms
02
αγγλισμός, δάνειο από τα αγγλικά
a word, phrase, or grammatical construction that is borrowed from the English language into another language
LanGeek



























