anglicism
ang
ˈæng
āng
li
li
ci
si
sm
zəm
zēm
anglicanism

Ορισμός και σημασία του "anglicism"στα αγγλικά

01

αγγλισμός, λέξη ή φράση που είναι ειδική ή χαρακτηριστική της βρετανικής αγγλικής

a word or phrase that is specific to or characteristic of British English 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anglicisms
02

αγγλισμός, δάνειο από τα αγγλικά

a word, phrase, or grammatical construction that is borrowed from the English language into another language 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store