fungible
Pronunciation
/ˈfəndʒɪbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "fungible"στα αγγλικά

01

αντικαταστάσιμο, εναλλάξιμο αγαθό

a commodity that is freely interchangeable with another in satisfying an obligation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fungibles
01

αντικαταστάσιμος, εναλλάξιμος

capable of being changed or replaced with something of the same kind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fungible
συγκριτικός βαθμός
more fungible
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store