Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fungible
01
αντικαταστάσιμο, εναλλάξιμο αγαθό
a commodity that is freely interchangeable with another in satisfying an obligation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fungibles
fungible
01
αντικαταστάσιμος, εναλλάξιμος
capable of being changed or replaced with something of the same kind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fungible
συγκριτικός βαθμός
more fungible
διαβαθμίσιμο



























