Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fulminant
01
κεραυνοβόλος, αιφνίδιος
(of an illness) developing suddenly and progresses rapidly, often with severe and intense symptoms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fulminant
συγκριτικός βαθμός
more fulminant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A fulminant infection can lead to rapid and severe deterioration of health.
Μια φουλμινάντη λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε γρήγορη και σοβαρή επιδείνωση της υγείας.



























