fulminant
ful
ˈfʊl
φουλ
mi
μι
nant
nənt
ναντ
/fˈʊlmɪnənt/

Ορισμός και σημασία του "fulminant"στα αγγλικά

01

κεραυνοβόλος, αιφνίδιος

(of an illness) developing suddenly and progresses rapidly, often with severe and intense symptoms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fulminant
συγκριτικός βαθμός
more fulminant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Fulminant heart failure can manifest as a sudden and acute cardiac crisis.
Η φουλμινάντα καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να εκδηλωθεί ως μια ξαφνική και οξεία καρδιακή κρίση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store